Η εικαστική έκφραση της ορθόδοξης εκκλησίας, θεμελιώδης και καθοριστική για την υπόστασή της, βρίσκεται ανάμεσα στην αυτονομημένη παράσταση της ανθρώπινης μορφής της ρωμαιοκαθολικής αντίληψης και την ολοκληρωτική άρνησή της στον προτεσταντικό κόσμο. Η πρώτη αγγίζει τα όρια της ανθρωποποίησης του Θεού. Η δεύτερη κινδυνεύει να φθάσει στην αποσάρκωση του Λόγου. Η ζωγραφική της ορθόδοξης εκκλησίας, από τις κοινές απαρχές όλης της χριστιανικής τέχνης, και, κυρίως μετά τη σκληρή δοκιμασία της Εικονομαχίας, πέτυχε να διαμορφώσει μία εικαστική γραφή που να διατρανώνει με τον αμεσότερο τρόπο, τον οπτικό, την ενανθρώπιση του Θεού και την, κατά χάριν, Θέωση του ανθρώπου. Αυτή η ζωγραφική θεολογική διατύπωση, με τον δογματικό αλλά και διδακτικό χαρακτήρα της, διατηρείται μέχρι σήμερα στις ορθόδοξες εκκλησίες με ενιαίο αισθητικό άξονα τη θεολογική αποκαλυπτικότητα και επιμέρους ιδιαίτερα τοπικά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, που προσδιορίζονται από τον τόπο, τον χρόνο και τις εν γένει συνθήκες που κατά καιρούς επικρατούν Η ζωγραφική αναπαράσταση δεν ήταν αναγκαστικά αυτονόητη για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Αυτό φάνηκε με μεγάλη ενάργεια και ένταση στην κρίση της Εικονομαχίας, αν και υπήρχαν επιφυλάξεις σε ορισμένες μεμονωμένες περιπτώσεις και πριν την Εικονομαχία. Επανήλθε δε η αντίθεση προς τις εικόνες με μία άλλη μορφή και στους νεότερους χρόνους, στη Δύση τώρα, με την εμφάνιση των προτεσταντικών Θεολογικών απόψεων. Δεν ήταν αυτονόητη γιατί ο Χριστιανισμός γεννήθηκε μέσα στον ιουδαϊκό κόσμο, όπου ίσχυε η ρητή μωσαϊκή απαγόρευση της παράστασης του Θεού και της αναπαράστασης του ανθρώπου: «ου ποιήσεις σεαυτόν είδωλον». Ο Χριστός, όπως είναι γνωστό, ρητά επίσης δηλώνει ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο αλλά να τον συμπληρώσει, όπως έκανε για πολλές εντολές. Στην εντολή της παραστατικής απεικόνισης δεν αναφέρθηκε. Η παράδοση, τουναντίον, διασώζει το γεγονός για το αποτύπωμα του προσώπου Του, που έστειλε ο Χριστός στον 'Αβγαρο, το γνωστό Άγιον Μανδήλιον. Πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι κατά ένα μέρος η μωσαϊκή εντολή εξακολουθεί να ισχύει, καθώς στην ορθόδοξη ζωγραφική τον Θεό Πατέρα, που κανείς ποτέ δεν είδε, δεν επιτρέπεται να τον ζωγραφίσουν, να τον απεικονίσουν οι άνθρωποι. «Δια τι τον πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ουχ ιστορούμεν;» ερωτά ο άγιος Γρηγόριος, πάπας Ρώμης, σε επιστολή του περί των Αγίων Εικόνων προς τον Λέοντα βασιλέα τον Ίσαυρον, και απαντά: «επειδή ουκ οίδαμεν, τις εστίν, Θεού φύσιν αδύνατον ιστορήσαι καί ζωγραφήσαι». Ο λόγος που επιβάλλει την ύπαρξη της ζωγραφικής είναι βαθύτατα θεολογικός και σωτηριολογικός. Την παλαιοδιαθηκική, απόλυτα δικαιολογημένη για την εποχή της, απαγόρευση υπερβαίνει το κεφαλαιώδες γεγονός της ενανθρώπισης του Λόγου. Οι άνθρωποι είδαν τον Ιησού Χριστό, τον ψηλάφισαν. Τώρα λοιπόν η ζωγραφική απεικόνιση όχι μόνον επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται για να επιβεβαιώνει και να υπενθυμίζει το μέγιστο γεγονός της ενανθρώπισης. Η ζωγραφική απεικόνιση βεβαιώνει ότι ο Χριστός δεν είναι φάντασμα, δεν είναι εξώκοσμο πλάσμα. Είναι τέλειος Θεός και άνθρωπος σε ασύγχυτη ένωση. Αυτό το γεγονός μόνο η ζωγραφική αναπαράσταση μπορούσε τόσο εποπτικά και «ρεαλιστικά» να αποδώσει. Υπάρχει όμως και ένας ακόμα λόγος. Ο Χριστός, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, δίνει τη δυνατότητα της κατά χάριν Θέωσης: «Θεός γίνεται άνθρωπος, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» Έτσι ο άνθρωπος όχι μόνο μπορεί αλλά και πρέπει να ζωγραφίζεται. Πρέπει όμως η ζωγραφική να δίνει με μορφολογικά ζωγραφικά μέσα αυτή την ασύγχυτη ένωση της Θείας και ανθρώπινης φύσης στον Χριστό αλλά και τη θεωμένη κατά χάριν φύση των ανθρώπων, των αγίων Η ορθόδοξη τέχνη, όπως κυρίως διαμορφώθηκε τα χρόνια του Βυζαντίου και διακλαδίστηκε σε όλους τους ορθόδοξους λαούς, πέτυχε με μέσα εικαστικά, δηλαδή το σχέδιο, το χρώμα, τη σύνθεση, τη λειτουργία του φωτός, την προοπτική, το πλάσιμο, να εκφράσει με ακρίβεια τη δογματική αλήθεια δημιουργώντας άρτια αισθητική μορφή |