Γραπτά Κειμήλια PDF Εκτύπωση E-mail
Βιβλία Χειρόγραφα Κειμήλια Εξώφυλλα Εντύπων
 
Γραπτά Κειμήλια

Από την αρχή η Ορθοδοξία έδωσε ξεχωριστή σημασία στον ιερό λόγο, που αποτελούσε την ουσία της πίστης, και τον σύνδεσμό του με την εικόνα. Τα βιβλικά κείμενα που αναγιγνώσκονταν από τους άμβωνες των παλαιοχριστιανικών βασιλικών μπορεί να ανιχνευθούν από τον 4ο αι. Είχαν τη μορφή του κώδικα, δηλαδή του δεμένου βιβλίου με φύλλα από περγαμηνή, και έμοιαζαν πολύ με τα σημερινά βιβλία μόνο που ήταν χειρόγραφα. Το νέο είδος βιβλίου αντικατέστησε το ειλητάριο που είχε μεγάλη διάδοση στον αρχαίο κόσμο. Ο κώδικας ήταν και πιο ανθεκτικός στο πέρασμα του χρόνου και πιο εύκολος στη χρήση του και προσέφερε νέες δυνατότητες για καλλιτεχνική εικονογράφηση. Ο βαθύς σεβασμός για τον λόγο του Θεού μεταφέρθηκε και στο βιβλίο που τον περιείχε. Έτσι οι Ιεροί κώδικες ξεχώρισαν σύντομα με την πολυτέλεια και την ομορφιά τους που τη δημιουργούσαν πρώτα οι γραφείς, με την καλλιγραφία, τα μελάνια και τη σελιδοποίηση.

Το κείμενο το ζωντάνευαν έπειτα οι μικρογράφοι με την εικόνα, της οποίας ο ρόλος ήταν αρχικά διδακτικός όμως οδηγούσε τον πιστό και σε Θεία περισυλλογή. Ως προς την προσέγγιση στον Ιερό λόγο η Ορθοδοξία, με το να τονίσει τον λόγο και το νόημά του, διαφοροποιήθηκε από τη Δύση, που προτίμησε μια καθαρά αφηγηματική, «ρεαλιστική» παρουσίαση των βιβλικών γεγονότων ή έδωσε μεγαλύτερη σημασία στο κόσμημα παρά στο κείμενο, όπως βλέπουμε, για παράδειγμα, στα κελτικά χειρόγραφα του 8ου και 9ου αι. Ιδιαίτερα στην εικονογράφηση των ευαγγελικών συμβάντων οι ορθόδοξοι καλλιτέχνες δημιούργησαν εικόνες που εικονογραφούσαν το δόγμα. Παράδειγμα η παράσταση της Αναλήψεως στο συριακό Ευαγγέλιο τον Ραμπουλά. Στη σκηνή συνυπάρχουν, στο άνω τμήμα της, και σε συνδυασμό με τον αναλαμβανόμενο Χριστό, το Όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ, που οι εκκλησιαστικοί Πατέρες το ενσωμάτωσαν στη Λειτουργία˙ και στο κάτω τα λοιπά καθιερωμένα πρόσωπα του επεισοδίου: η Θεοτόκος, πλαισιωμένη από αγγέλους, και οι απόστολοι σε δύο ομίλους, των όποιων ηγούνται ο Πέτρος και ο Παύλος, αν και ο τελευταίος δεν είχε καν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό την εποχή της Αναλήψεως. Η συνύπαρξη στη μικρογραφία στοιχείων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη αιτιολογείται από το ότι η 'Εκκλησία, για δογματικούς λόγούς, έπρεπε να συνδέσει τις δύο Διαθήκες. Η δε πρωθύστερη παρουσία τον Παύλού οφείλεται στην πρόθεσή της να προβάλει την οικουμενικότητα της, με την Εκκλησία των εθνών που δημιούργησε ο Παύλος και την Εκκλησία της συναγωγής που ποδηγέτησε ο Πέτρος. Έτσι η Ανάληψη δεν είναι απλά μια αφηγηματική παράσταση, αλλά αποτελεί εικόνα της ίδιας της Εκκλησίας.

Σταδιακά το βιβλίο εξελίσσεται και παίζει σημαντικό ρόλο στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Τα ευαγγέλια, οι ψαλμοί, τα συναξάρια, οι λόγοι των Πατέρων της 'Εκκλησίας που αναγιγνώσκονται στην εκκλησία, γίνονται βιβλία λειτουργικά. Τα λειτουργικά βιβλία υπηρετούν τη Θεία Λειτουργία και ταυτόχρονα δέχονται επιδράσεις στην εικονογράφησή τους από τη Λειτουργία. Δημιουργούνται έτσι εικόνες οι οποίες ενσαρκώνουν το πνεύμα της και αντικαθρεφτίζουν τα τελούμενα. Αναφέρουμε εδώ ως παράδειγμα την περίπτωση του τετραευάγγελου και τον ευαγγελισταρίου. Το πρώτο περιέχει την ευαγγελική ιστορία με τη σειρά που την αναφέρουν οι ευαγγελιστές. Το δεύτερο τα γεγονότα σε χρονική ανακατάταξη, ώστε να παρέχει καθημερινά διδακτικά κείμενα για ανάγνωση στην εκκλησία. Η σειρά αυτών των κειμένων –των περικοπών– ακολουθεί τη σειρά των εκκλησιαστικών εορτών. Ο λειτουργικός χαρακτήρας του ευαγγελισταρίου απαιτεί και τη δημιουργία λειτουργικών εικόνων. Γεγονότα παραλείπονται ή συμπυκνώνονται ή τονίζονται. Η κλίμακα των προσώπων αλλάζει, η σύνθεση απλοποιείται και γίνεται ιδιαίτερα μνημειακή, δίνει την εντύπωση λατρευτικής εικόνας. Μια σύγκριση του Τετραευάγγελου του 11ου αι., κώδ. VI. 23, στη Φλωρεντία, με ένα Εϋαγγελιστάριο του ιδίου αιώνα, κώδ. Διονυσίου 547μ, στο Άγιον Όρος, δείχνει με σαφήνεια αυτή την εξέλιξη που διαφοροποιείται, ανάλογα με τις συνθήκες παραγωγής ενός χειρογράφου. Για παράδειγμα, το περίφημο Ευαγγελιστάριο του Σινά, κώδ. 204 (π. 1000), παρουσιάζει μία σειρά «λατρευτικών» εικόνων, ενώ το περίφημο «Ευαγγελιστάριο του Φωκά» στη Μεγίστη Λαύρα τον Αγίου Όρους παρουσιάζει τρεις από τις σημαντικότερες εορτές τον Δωδεκαόρτου σε καθαρά δογματική και λειτουργική μορφή. Υπάρχουν, όμως, και τα τετραευάγγελα που δέχονται τις επιδράσεις των ευαγγελισταρίων και η εικονογράφησή τους αποκτά έντονο λειτουργικό χαρακτήρα, όπως ο κώδικας 5 στη Biblioteca Ρalatina της Πάρμας (δεύτερο μισό 11ου αι.).

Όλα τα ευαγγελιστάρια της μεσοβυζαντινής εποχής και τα κατοπινά ξεχωρίζουν για την πολυτελή εμφάνιση και την αριστοτεχνική εκτέλεσή τους. Ήταν και είναι ο υλικός φορέας του λόγου. Έτσι ο πλούτος της εμφάνισης θεωρήθηκε ως ανθρώπινος τρόπος έκφρασης της θεϊκής ομορφιάς, ώστε το πολύτιμο ευαγγέλιο να παίρνει πολλές φορές τη Θέση του ίδιον του Χριστού σε παραστάσεις, όπως δείχνει το θέμα του ένθρονου ευαγγελίου (π.χ. ο παρισινός κώδ. Gr. 510). Οι λαμπρές σελίδες, οι εντυπωσιακές μικρογραφίες, τα πανάκριβα καλύμματα είναι έργα καλλιτεχνών που πιστεύουν ακλόνητα ότι ε ναι μόνο ταπεινοί αντιγραφείς ουρανίων προτύπων. Έτσι η Ορθοδοξία διατηρεί ζωντανή μία πρωτόγονη γραφή που καταγράφει αρχέτυπες θρησκευτικές εμπειρίες. Η γραφή αυτή παρουσιάζει την ανθρώπινη μορφή με την αρχική της ευγένεια, που δεν την αφαίρεσε από τον άνθρωπο η αμαρτία. Η ευγένεια αυτή, χαρακτηριστικό της ανθρώπινης μορφής στα χειρόγραφα, ανήκει στον άνθρωπο, διότι για την Ορθοδοξία ο άνθρωπος παραμένει η εικόνα τον Θεού. Το δόγμα αυτό προσδιορίζει την καλλιτεχνική γλώσσα των χειρογράφων. Πέρα από χρονολογίες, προελεύσεις, σχολές και ιδιαίτερες τεχνοτροπίες, τα χειρόγραφα ομιλούν τη μυστική γλώσσα της λειτουργίας και μεταφέρουν τον αναγνώστη/θεατή μακριά από τα φαινόμενα στον κόσμο του θείου.

 
Copyright @ 2008 ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ Μ.Κ.Ο - All rights Reserved